Οι νέες ταινίες στις κινηματογραφικές αίθουσες

Οι νέες ταινίες στις κινηματογραφικές αίθουσες
Υποψήφια για 5 Όσκαρ η τελευταία ταινία του Σπάικ Τζόνζι, έχει ισχυρό αντίπαλο στη μάχη των ταμείων, το σχεδιασμένο για blockbuster, επιστημονικής φαντασίας “Robocop”. Η παλαιστινιακή αντίσταση ψυχογραφείται στο «Ομάρ», όμως η έκπληξη είναι made in Greece και υπογράφεται από τη Μαρία Ντούζα. Στο πρόγραμμα και μια βιογραφία του Μαντέλα.
 
Δικός της (Her)****
Αισθηματική – Διάρκεια 126’

Σκηνοθεσία: Σπάικ Τζόνζι
Παίζουν: Χοακίν Φίνιξ, Σκάρλετ Γιόχανσον, Έϊμι Άνταμς, Ρούνεϊ Μάρα, Ολίβια Γουάιλντ

Ένας άνδρας ανάμεσα σε δυο γυναίκες, εκ των οποίων η μία είναι λειτουργικό πρόγραμμα υψηλής και διαρκώς εξελισσόμενης τεχνητής νοημοσύνης. Όταν ο Θίοντορ ακούει για πρώτη φορά τη φωνή της Σαμάνθα στον υπολογιστή του, δεν φαντάζεται καν ότι θα ερωτευθεί ένα ψηφιακό δημιούργημα χωρίς φυσική υπόσταση. Κλεισμένος στο διαμέρισμά του, σε βαριά κατάθλιψη μετά τον πρόσφατο χωρισμό του από τη σύζυγό του, αποκτάει αναπάντεχα μια πρόθυμη συνομιλήτρια.

Η Σαμάνθα είναι μεν άϋλη, όμως βρίσκεται κοντά του στην πιο δύσκολη φάση της ζωής του και τον στηρίζει ψυχολογικά, αποδεικνύοντας ότι εκτός από δυνατή σκέψη διαθέτει τρυφερότητα, κατανόηση και χιούμορ, κληροδοτημένα από το DNA των κατασκευαστών της. Η επαφή της με αυτόν τον ευαίσθητο άνδρα θα την κάνει να αναπτύξει πρωτόγνωρα συναισθήματα, την ικανότητα να γίνει πρώτα φίλη μαζί του και στη συνέχεια να τον ερωτευθεί. Ο Θίοντορ ανταποκρίνεται με πάθος και ύστερα από πολύωρη αλληλοεκμυστήρευση, κάνουν επιτέλους σεξ! Η Σαμάνθα είναι πλέον το κορίτσι του. Τη μυεί σε καινούργιες γνώσεις, επισκέπτεται μαζί της τα αγαπημένα του μέρη και τη συστήνει στους φίλους του.



Έτσι πλέκεται ένα από τα πιο αστεία και συγκινητικά ειδύλλια που έχουμε δει στον κινηματογράφο, τον τελευταίο καιρό. Ξεκινώντας από μία σάτιρα της σχεδόν ερωτικής σχέσης μας με τα κομπιούτερ και τα κινητά τηλέφωνα, ο σκηνοθέτης προχωράει σε μια πιο σοβαρή προσέγγιση του έρωτα ως προϊόν πνευματικής επικοινωνίας. Και, παρά την τρελά τολμηρή αρχική ιδέα, είναι τόσο πειστικό το όλο στήσιμο, ώστε ξεχνάμε αμέσως ότι η Σαμάνθα είναι ένα πρόγραμμα. Όπως την ερμηνεύει η Σκάρλετ Γιόχανσον, μόνο με τον λόγο, χωρίς να εμφανίζεται ποτέ η μορφή της, ούτε στην οθόνη του υπολογιστή, μεταβάλλεται σε μια πραγματική, αξιαγάπητη, πανέξυπνη, ερωτεύσιμη γυναίκα.

Την παρουσία της ζωντανεύουν και οι αντιδράσεις θαυμασμού και λατρείας ενός εξαιρετικού Χοακίν Φίνιξ, που επωμίζεται τον πολύ απαιτητικό ρόλο του παρτενέρ μιας φωνής. Ο Σπάικ Τζόνζι («Στο μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς», “Adaptation”) τους καθοδηγεί με κομψότητα μέσα σε ένα φουτουριστικό, πνιγμένο στην αιθαλομίχλη Λος Άντζελες. Γραμμένο από τον ίδιο και το πνευματώδες σενάριο, ένας ποιητικός στοχασμός πάνω στις σχέσεις όπως αυτές διαμορφώνονται στις σύγχρονες, υπερανεπτυγμένες κοινωνίες. Αποτέλεσμα, ένα όμορφο κινηματογραφικό έργο, με πέντε υποψηφιότητες για Όσκαρ: καλύτερης ταινίας, πρωτότυπου σεναρίου, καλλιτεχνικής διεύθυνσης, μουσικής, τραγουδιού.
 
Robocop ** ½
Επιστημονικής φαντασίας – Διάρκεια 118’

Σκηνοθεσία: Χοσέ Παντίχα
Παίζουν: Τζόελ Κίναμαν, Γκάρι Όλντμαν, Μάικλ Κίτον, Άμπι Κόρνις, Σάμουελ Τζάκσον

Το 1987, ο Πολ Βερχόφεν δημιούργησε τον αήττητο αστυνομικό, μισό άνθρωπο μισό ρομπότ, στο «Ρόμποκοπ» που είχε δυο συνέχειες και ενέπνευσε βιντεοπαιχνίδια, κόμικς και μια τηλεοπτική σειρά. Ο δαιμόνιος Ολλανδός σκηνοθέτης υπονόμευσε τότε με ειρωνεία και ανατρεπτική διάθεση την οποιαδήποτε σοβαρότητα των καταστάσεων. Αντίθετα, οι δημιουργοί αυτής της ταινίας που δεν είναι ακριβώς ριμέικ αλλά χρησιμοποιεί τον ίδιο ήρωα, στοχεύουν στα δραματικά επακόλουθα της ένωσης τμημάτων ανθρώπινου σώματος με ένα μηχάνημα και στα διαπλεκόμενα συμφέροντα πίσω από ένα τέτοιο κατασκεύασμα.



Μόλις συνέρχεται σε ένα εργοστάσιο βιονικής κάπου στην Κίνα, ο Μέρφι, θύμα δολοφονικής επίθεσης και ακούσιος δότης μισοκατεστραμμένων μελών και οργάνων, θεωρεί ότι είναι ένα τέρας που θα πρέπει να καταστραφεί αμέσως. Του προξενεί φρίκη η σκέψη του πώς θα αντιδράσουν στη θέα του η γυναίκα του και ο γιος του. Παράλληλα, και οι δικοί του περνούν μεγάλη αγωνία. Όμως, καθώς ο κατασκευαστής του βιάζεται να τον βγάλει στην αγορά, πετυχαίνοντας την ψήφιση σχετικού νομοσχεδίου, η τεχνολογία δίνει λύση στα υπαρξιακά του Ρόμποκοπ και μια δυναμική απάντηση στο έγκλημα.

Οι σκηνές δράσης, όπου ο μεταλλικός μπάτσος κατατροπώνει ολομόναχος στρατιές κακοποιών είναι εκρηκτικές. Όσο για την αμφίβολη ιδεολογία της ταινίας (αν θα πρέπει ή όχι να ανατεθεί η τήρηση της τάξης σε ανθρώπους-μηχανές) αυτή τη «μπαλώνει» πονηρά το σενάριο. Πάντως το φινάλε μένει ανοιχτό. Αν η ταινία θριαμβεύσει στο αμερικανικό box office, ας ετοιμαστούμε και για το πρώτο σίκουελ.
 
Ομάρ ***
Δραματική – Διάρκεια 98΄

Σκηνοθεσία: Χάνι Αμπού- Ασάντ
Παίζουν: Αντάμ Μπακρί, Λεέμ Λουμπανί, Γουαλίντ Φ. Ζουάιτερ, Σάμερ Μπισάρατ, Εγιάντ Χουρανί
 
Την αδυναμία των Παλαιστινίων, λόγω του καθεστώτος βίας και φόβου, να ζήσουν κανονικές ζωές διεκτραγωδεί ο Χάνι Αμπού- Ασάντ, καταγγέλλοντας τις συνθήκες στα κατεχόμενα εδάφη, όπως έκανε και στο συγκλονιστικό «Παράδεισος τώρα» (Χρυσή Σφαίρα Ξενόγλωσσης Ταινίας). Κάτω από τη σκιά ενός Τείχους που χωρίζει Άραβες από Άραβες, το πρώτο που πλήττεται είναι η εμπιστοσύνη μεταξύ των ανθρώπων, βασική προϋπόθεση για ομαλές σχέσεις. Τρεις νεαροί μαχητές βλέπουν τη φιλία τους να δοκιμάζεται, ύστερα από τη σύλληψη ενός από αυτούς για συμμετοχή στο φόνο ενός Ισραηλινού στρατιώτη.



Παρά τα βασανιστήρια, ο Ομάρ δεν ομολογεί, όμως όταν αφήνεται ελεύθερος αναζητά τον προδότη ανάμεσα στους παιδικούς του φίλους. Παράλληλα, αποφεύγει να καταδώσει τους συντρόφους του, όπως του ζήτησε ένας αξιωματικός της ισραηλινής στρατιωτικής αστυνομίας. Τη δύναμη για να αντιμετωπίσει θαρραλέα αυτό το θανάσιμο δίλημμα την αντλεί από τον έρωτά του για την αδελφή του αρχηγού της οργάνωσης. Τα σχέδια που κάνει για ένα καλύτερο μέλλον σε άλλον τόπο μαζί με την κοπέλα του ανατρέπονται, όταν αρχίζει να την υποπτεύεται ότι τον απατά με έναν από τους «κολλητούς» του. Ο Ομάρ εγκλωβίζεται μέσα σε ένα τραγικό προσωπικό αδιέξοδο, ενώ ο κλοιός στενεύει γύρω από την ομάδα.

Η Δυτική Όχθη είναι κάτι χειρότερο από μια τεράστια φυλακή γεμάτη παγίδες για όσους επιμένουν να αγωνίζονται: είναι ο τάφος των νεανικών ονείρων. Ο Αμπού-Ασάντ το υποστηρίζει με την αμεσότητα και την ειλικρίνεια μιας έσωθεν μαρτυρίας, υπογράφοντας ένα έντονο σε δράση και σασπένς θρίλερ, που ενδιαφέρεται περισσότερο για τις ανθρώπινες πλευρές των χαρακτήρων του (ακόμα και του Ισραηλινού αστυνομικού) και λιγότερο για την προπαγάνδα.

Το δέντρο και η κούνια ***
Δραματική – Διάρκεια 107’

Σκηνοθεσία: Μαρία Ντούζα
Παίζουν: Μυρτώ Αλικάκη, Ηλίας Λογοθέτης, Μιριάνα Καράνοβιτς

Το πώς επηρεάζει τις διαπροσωπικές σχέσεις η μετακίνηση των ανθρώπων, λόγω πολιτικών και οικονομικών συνθηκών, εξετάζει με ευρηματικότητα η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Μαρίας Ντούζα. Η Ελένη, Ελληνίδα καρδιολόγος εργαζόμενη στο Λονδίνο, χωρίζει αναγκαστικά από τον Βρετανό σύζυγό της, όταν αυτός μετατίθεται στην Κίνα, και επισκέπτεται μαζί με την εννιάχρονη κόρη της τον πατέρα της, δήμαρχο σε μια ελληνική επαρχιακή πόλη. Ο Κυριάκος, που είχε καταφύγει στη Γιουγκοσλαβία μετά τον Εμφύλιο, φιλοξενεί τη Νίνα από τη Σερβία και την εντεκάχρονη κόρη της. Γεγονός που αφήνει κατάπληκτη την Ελένη, αφού ο πατέρας της δεν είχε σχετισθεί με άλλη γυναίκα, μετά τον θάνατο της μητέρας της.



Έτσι βρίσκονται προσωρινά κάτω από την ίδια στέγη, τρία άτομα με διαφορετικές νοοτροπίες και άλλα ζητούμενα. Η νευρωτική Ελένη αποφεύγει την αντιπαράθεση με τη γλυκύτατη Νίνα, ενώ διαφωνεί κάθετα με τον πατέρα της που επιθυμεί να μετατραπεί το παλιό τους αρχοντικό σε οικοτροφείο αλλοδαπών παιδιών, μετά το θάνατό του. Τα πράγματα περιπλέκουν κάποιες παρεξηγήσεις και κάποιες αποκαλύψεις, όμως η ταινία δεν ξεχνάει ότι πέρα και πάνω από τις ανθρώπινες διαφορές υπάρχει η ζεστασιά της βαλκανικής ψυχής. Η Μαρία Ντούζα (η οποία έγραψε και το σενάριο) ανιχνεύει τις προσωπικές ζωές και μνήμες, μέσα από τη συλλογική Ιστορία της περιοχής μας. Ένα αγγελοπουλικό θέμα που ο αείμνηστος σκηνοθέτης θα προσέγγιζε με αφηρημένους εικαστικούς συμβολισμούς, αναπτύσσεται με στρωτή κλασική αφήγηση και έμφαση στους χαρακτήρες και τα προβλήματά τους. Η ταινία έχει εμφανείς αρετές. Σκηνοθεσία- κέντημα ψιλοβελονιά , ατμοσφαιρική φωτογραφία, μουσική που συντείνει στη συγκίνηση, ευαίσθητες ερμηνείες της Μυρτώς Αλικάκη και της Μιριάνα Καράσοβιτς (“Underground” του Κουστουρίτσα) και έναν Ηλία Λογοθέτη επιπέδου Άντονι Χόπκινς.
 
Μαντέλα: Ο δρόμος προς την ελευθερία (Mandela: Long walk to freedom)**
Βιογραφική – Διάρκεια 141΄

Σκηνοθεσία: Τζάστιν Τσάντγουικ
Παίζουν: Ίντρις Έλμπα, Ναόμι Χάρις

Όταν ο Ίντρις Έλμπα πρωτοεμφανίζεται στην οθόνη πείθει αμέσως ως χαρισματική προσωπικότητα και φυσικός ηγέτης. Ακόμα και ως άκρως αρρενωπός γητευτής γυναικών, όπως ήταν ο νεαρός δικηγόρος Νέλσον Μαντέλα, πριν τον κλείσουν στη φυλακή οι λευκοί ρατσιστές. Η παρουσία του μαύρου Βρετανού ηθοποιού (καταγωγή από τη Σιέρα Λεόνε) είναι το μόνο εντυπωσιακό στοιχείο αυτής της ταινίας, που βασίζεται σε αυτοβιογραφία του μεγάλου ανδρός.



Γνωστά γεγονότα παρατίθενται γραμμικά σε στιλ «Κλασικών εικονογραφημένων», χωρίς να αναθεωρούνται ή έστω να σχολιάζονται μέσα από μια φρέσκια ματιά. Ο εθνάρχης της Νότιας Αφρικής δεν αμφισβητείται ούτε όταν χωρίζει από την άπιστη σύζυγό του. Στο ρόλο της Γουίνι, η Ναόμι Χάρις μας δίνει ένα φεμινιστικό πρότυπο ακραίας αγωνίστριας, περίπου ισάξιας του άνδρα της.

Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ

Σχετικά Videos

Powered by TUODY Software