Γιώργος Κοροπούλης: «Η ποίηση γράφεται με ιδέες»

Γιώργος Κοροπούλης: «Η ποίηση γράφεται με ιδέες»
«Το πρωτότυπο κι η μετάφραση είναι οι δυο πλευρές της ίδιας, μιας και μοναδικής επιφάνειας», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Γιώργος Κοροπούλης, μιλώντας για τη μεταφραστική του εμπειρία από τον Μπορίς Παστερνάκ και τον Δάντη, αλλά και για τη σχέση του ως ποιητή με τον Σολωμό, τον Ελύτη και τον Τέλλο 'Αγρα.

Αφορμή για τη συνομιλία μας, τέσσερα δοκιμιακά του βιβλία, που μόλις κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Sestina: «Εδώ ο κόσμος χάνεται…», «Η παρτίδα 'Αμλετ», «Αναμνήσεις από τη ζωή του Παπαδιαμάντη» και «Ma donna petra».

Μετά από πολύχρονη ποιητική και μεταφραστική παραγωγή, βγάζετε τέσσερα ταυτοχρόνως δοκιμιακά βιβλία, κάτι μάλλον ασυνήθιστο ως εκδοτική πρακτική. Σε τι αποσκοπεί μια τέτοια επιλογή;


Καταρχάς, δεν είναι ακριβώς «δοκιμιακά», μολονότι δεν ξέρω και πώς αλλιώς θα τα χαρακτήριζε κάποιος. Το μοντέλο μου, που εν μέρει προφανώς παρωδείται, είναι η πάλαι ποτέ «διατριβή», είδος που καλλιέργησαν οι αρχαίοι Κυνικοί και που αποκορυφώθηκε στην «Παραμυθία της φιλοσοφίας» του Βοήθιου: στίχοι και πρόζα εναλλάσσονται, για να φωτίσουν ένα δίδαγμα ή, στη δική μου περίπτωση, ένα θέμα που με παιδεύει και κατήντησε εμμονή. Η πρόζα αμφιθυμεί όντως μεταξύ δοκιμίου κι επιφυλλίδας - και όντως καταλαμβάνει τις συντριπτικά περισσότερες σελίδες, έτσι ώστε η πρώτη εντύπωση που σχηματίζει ο αναγνώστης είναι πως κάποιος εκδίδει δοκιμιακή ύλη που κατόπιν την «πείραξε», την ανέμειξε και πιθανότατα την αδίκησε, αφού η συναγωγή δοκιμιακής ύλης απαιτεί και την ανάλογη σοβαρότητα.

Κάποιος που εκθέτει στοχαστικά τις πολύτιμες απόψεις του και ξαφνικά αρχίζει να απαγγέλλει για να αναπαραστήσω τη δομή των βιβλίων με όρους performance, δεν έχει και πολλές πιθανότητες να ενταχθεί στη διδακτέα ύλη, φερ' ειπείν. Αν όμως έχει και κάτι να πει, ούτε για performance είναι κατάλληλη η δουλειά του - οπότε ας τα να πάνε στο διάολο! Πιστεύω εντούτοις πως αυτό που έχω εν προκειμένω να πω μόνον έτσι λέγεται, δυστυχώς: με μια σειρά μετασχηματισμών του θέματος - ώστε ο αναγνώστης να «βλέπει» αυτό που λέω, πραγματοποιημένο.

Όσο για την επιλογή να εκδοθούν τέσσερα βιβλία ταυτόχρονα, αποτελεί επέκταση της ιδέας περί μετασχηματισμών: κάθε βιβλιαράκι μετασχηματίζει όσα πραγματεύτηκα, με διαφορετικό τρόπο, στα άλλα τρία. Η φιλοδοξία μου, αν δεν σας εκθέτει αυτό που λέω, γιατί δεν είναι σωστό να μιλάτε με ψώνια, ήταν η τετράδα των βιβλίων να συνθέτει, από την πίσω μεριά του νομίσματος, ένα μουσικό έργο. Με δοκίμια; Γιατί όχι; η ποίηση γράφεται και με ιδέες... 'Αλλωστε, αν εξαιρέσουμε την αβυσσαλέα διαφορά ταλέντου, ούτε οι συγγραφείς με τους οποίους καταπιάνομαι ήσαν και πολύ στα καλά τους...

Μια και το θίξατε, ποια είναι η σχέση σας ως ποιητή και μεταφραστή με τους συγγραφείς τους οποίους μελετάτε;

Νομίζω πως κάποια στιγμή αναγνώρισα στον καθέναν απ' αυτούς το ίχνος μιας δικιάς μου εμμονής και η μελέτη με βοήθησε να το αποσαφηνίσω ή έστω να κάνω λεπτότερα λάθη διατυπώνοντάς το. Ακούγεται κάπως πλατωνικό - αλλά πιστεύω πως γράφοντας ή μεταφράζοντας, το ίδιο κάνει, ανακαλούμε αναμνήσεις από τη ζωή ενός άλλου, εξού και μπορεί να αφορά κάποιον άλλον αυτό που μεταφράσαμε ή γράψαμε. Κι αντιστρόφως: διαβάζοντας καταφέρνουμε να θυμηθούμε όσα ξεχάσαμε για να ψευτοζήσουμε. Κι επειδή η στρατηγική της λήθης βρίσκεται στον πυρήνα του μεταμοντέρνου πραξικοπήματος, η μεθοδική ανάγνωση, μέσω μετασχηματισμών, είναι εγχείρημα πολιτικότερο από το να γράφω στασιωτικά άσματα, να τσιρίζω στα πάνελ ή να τιτιβίζω στην άυλη Βαϊμάρη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Το δοκίμιό σας για τον Παπαδιαμάντη μοιάζει να θέλει να τον αποσπάσει από τους πολυσυζητημένους δεσμούς του με την Ορθοδοξία. Προς τα πού, όμως, οδεύει κατ' αυτόν τον τρόπο ο Παπαδιαμάντης;

Προς τις αναμνήσεις του - και τις δικές μου μαζί. Ή τις δικές σας, έστω κι αν δεν πατήσατε στην εκκλησία ποτέ, έστω κι αν η Σκιάθος του είναι πια σαν το Μεσολόγγι του Σολωμού, αφού κοιτάζοντας απ' το τραίνο που φεύγει τις ράγες να χάνονται πίσω τις βλέπουμε να συγκλίνουν... Όπως ξέρετε άλλωστε, ο Παπαδιαμάντης υπέστη βίαιη ιδεολογικοποίηση, «οι δεσμοί του με την Ορθοδοξία» κατανοούνται μέσω της ανάγνωσης στην οποία δέσμευσε το έργο του ο πρωτο-φασισμός των νεορθόδοξων. Οι αναμνήσεις του έσβησαν - κι αντικαταστάθηκαν με ιδεολογικά σχήματα. Το ίδιο όμως δεν έγινε, αν και αλλιώς, με τον Σολωμό, τον Ελύτη, τον Καρυωτάκη προπάντων;

Προκειμένου να μιλήσετε για τον Σολωμό, τον Καρυωτάκη και τον Ελύτη, διατρέχοντας στην πραγματικότητα όλο το σώμα της νεοελληνικής ποίησης, χρησιμοποιείτε τον όρο «μορφοδοξία». Τι ακριβώς σημαίνει μορφοδοξία και πώς θα πρέπει να την κατανοήσουμε σε σχέση με το ποιητικό τρίπτυχο το οποίο σας απασχολεί;

Ο Τέλλος 'Αγρας, στον οποίο οφείλω τον όρο «μορφοδοξία», έλεγε πως η μορφή είναι η ηθική του καλλιτέχνου πραγματοποιημένη - ή κάπως έτσι. Αυτό ξεχάστηκε, μαζί με τις υπόλοιπες αναμνήσεις μας - και το αντικατέστησαν εξελικτικισμοί και ηλιθιότητες περί «απελευθέρωσης των μορφών» κ.λπ. Η πολιτική ιστορία του μοντερνισμού στην Ελλάδα θα είναι, όταν γραφτεί, μια ιστορία μερικεύσεων, απωθήσεων, συντεταγμένης λήθης εντέλει. Θά 'πρεπε κάποια στιγμή να βυθομετρήσουμε με μια φουρκέτα το άδειο μας κεφάλι.

Και δυο δοκίμια για την ευρωπαϊκή λογοτεχνία: το ένα για τον Μπορίς Παστερνάκ, το άλλο για τον Δάντη. Χαράξτε μας, αν θέλετε, τη γραμμή που συνδέει αυτούς τους δύο πόλους, αν υπάρχει όντως τέτοια γραμμή.

Τα βιβλιαράκια που μπόρεσα να εκδώσω χάρη στις εκδόσεις Sestina, γιατί δεν φαντάζομαι πως κάποιος θεσμικός εκδότης θα εξέδιδε τετραλογίες μη ευπώλητων αφού θα έπρεπε να λογαριάσει διπλή τη ζημιά, εκτυλίσσονται ως Σημειώσεις πάνω σε μια ταινία moebius - από κάθε άποψη, σε κάθε επίπεδο, εξού και στα εξώφυλλα εκτυλίσσονται εικόνες από ένα ενιαίο έργο του φίλου μου Κύριλλου Σαρρή. Ο

 Παστερνάκ και ο Δάντης συναντώνται στη μία και μοναδική επιφάνεια μιας ταινίας moebius επειδή ακριβώς τοποθετούνται, με υποδειγματικό, πρότυπο τρόπο ο καθένας, στα άκρα του φάσματος που καθίσταται ορατό μόλις τεθεί το κρίσιμο ζήτημα της «μορφοδοξίας». Θα πείτε: μα εδώ πρόκειται για μεταφρασμένη ύλη. Ναι, αλλά, όπως η «μορφή» και το «περιεχόμενο», διάκριση που τόσες ανοησίες πυροδότησε, έτσι και το πρωτότυπο κι η μετάφραση είναι οι δυο πλευρές της ίδιας, μιας και μοναδικής επιφάνειας.

Έξω από τη θεματική των εκδεδομένων δοκιμίων σας, πώς θα σχολιάζετε τη σύγχρονη ποίηση στην Ελλάδα;

Το καινούργιο «παράδειγμα» που αναδύεται παρόξυνε ένα πρόβλημα που υπήρχε ανέκαθεν: τώρα περισσότερο από ποτέ δυσκολευόμαστε να ξεχωρίσουμε την αυθεντική λογοτεχνία από τις προσομοιώσεις της και να την διαχωρίσουμε από τη δημόσια εικόνα του συγγραφέα, που καλλιεργείται με παρουσιάσεις, συνεντεύξεις, εξομολογήσεις και κάθε λογής αυτοπροβολή. Και η κατάσταση επιπλέκεται λόγω της διάχυσης της ποίησης στο αδιαβάθμητο σύμπαν του Διαδικτύου, μια και η πρωτοφανής ελευθερία που εγγυάται εσωτερικεύεται ως κατάρρευση κριτηρίων. Θα ήμουν λοιπόν άδικος αν εξέφερα κρίση. Βλέπω μια καινούργια άνθιση - αλλά βλέπω κι ότι έχω πρόβλημα όρασης.

Μ' αυτήν την επίγνωση, αν μου επιτρέπετε μια δόση εξομολόγησης τόσο αναγκαία σε μια συνέντευξη, εξέδωσα χρονολογημένη ύλη που μάλλον δεν ενδιαφέρει οποιονδήποτε. 'Αλλωστε - εδώ ο κόσμος χάνεται... Όμως, όταν πρωτοδιάβασα το «Nihil minor in litteris» του 'Αγρα, μου εντυπώθηκε μια διατύπωση: «με την συνειδητήν ευγένειαν της απελπισίας». Μετά τριάκοντα και πλέον έτη, έτσι πιστεύω ότι πρέπει να εξακολουθήσω να εργάζομαι και να δημοσιοποιώ τα προσωρινά αποτελέσματα της δουλειάς μου. Το αν το καταφέρνω, δεν μπορώ εγώ να το πω»

Β. Χατζηβασιλείου (ΑΜΠΕ)

Σχετικά Videos

Powered by TUODY Software