Αργύρης Ξάφης: «Ο Αγαμέμνονας είναι μια τραγική περίπτωση ενός ηττημένου νικητή»

Αργύρης Ξάφης: «Ο Αγαμέμνονας είναι μια τραγική περίπτωση ενός ηττημένου νικητή»

Ο Αργύρης Ξάφης επιστρέφει στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου για να ερμηνεύσει τον Αγαμέμνονα στην «Ορέστεια» του Αισχύλου, τη μοναδική σωζόμενη τριλογία του αρχαίου δράματος, που παρουσιάζουν (στις 28 και 29 Ιουνίου) σε μία ενιαία παράσταση για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου, τρεις ταλαντούχες σκηνοθέτιδες (Ιώ Βουλγαράκη, Λίλλυ Μελεμέ και Γεωργία Μαυραγάνη), οι οποίες δοκιμάζονται για πρώτη φορά στο αργολικό θέατρο.

Ο Αργύρης Ξάφης μίλησε στο Αθηναϊκό- Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων και στη Νάντια Μπακοπούλου για το τολμηρό εγχείρημα του Εθνικού Θεάτρου στο οποίο συμμετέχουν 41 ηθοποιοί, για τη σχέση του με το αρχαίο δράμα, τη σημασία των συνεργειών και για το μέλλον του ελληνικού θεάτρου.

-Έχουν περάσει έξι χρόνια από τις «Τραχίνιες», την τελευταία σας εμφάνιση στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Πως είναι να επιστρέφετε πάλι εκεί;

Έχω μια θεωρία στο κεφάλι μου και θεωρώ ότι μια παράσταση στην Επίδαυρο απαιτεί Ολυμπιακών Αγώνων αντοχές, προετοιμασία, συγκέντρωση και στόχευση και είναι κάτι το οποίο αποφεύγω να το κάνω κάθε χρόνο, γιατί πιστεύω ότι δεν μπορείς να έχεις καινούρια πρόταση και υλικό προχωρήματος γι' αυτό το είδος συνεχώς. Έτσι κάθε φορά προσπαθώ να κατεβαίνω στην Επίδαυρο με δουλειές που πραγματικά πιστεύω ότι κάτι έχουν να πουν, που είναι σημαντικές και κρίσιμες για μένα. Η μεγαλύτερη αγωνία έγκειται στο να καταφέρουμε να μεταδώσουμε στο κοινό αυτό που ανακαλύψαμε. Αυτό είναι το πιο δύσκολο στοίχημα αλλά και το πιο χρήσιμο και το πιο ενδιαφέρον κομμάτι στη δουλειά μας. Το αρχαίο δράμα είναι ένα υλικό ατελείωτο, και έστω και λίγο κάθε φορά κάτι να ανακαλύπτεις είναι πολύ σημαντικό.

-Συνεργάζεστε πολλά χρόνια με την ομάδα «Πυρ», η οποία τώρα μπαίνει στους κόλπους μιας πολύ μεγαλύτερης ομάδας, χάρη στην καινοτόμα πρόταση του Εθνικού Θεάτρου. Πώς είναι για εσάς αυτή η εμπειρία;

Με την Ιώ Βουλγαράκη και την Δέσποινα Κούρτη που είμαστε μαζί στην ομάδα «Πυρ» συζητάμε καθημερινά για το τι συμβαίνει και πως προχωράμε. Υπάρχει μια μόνιμη γραμμή επικοινωνίας μεταξύ των τριών σκηνοθετών, ξέρουν όλες το μέγεθος του διακυβεύματος και στηρίζουν πάρα πολύ η μία την άλλη. Έχουμε έναν κοινό τόπο, ένα κοινό σκηνικό στο οποίο παίζονται και οι τρεις τραγωδίες («Αγαμέμνων», «Χοηφόροι» και «Ευμενίδες»), το οποίο δεν αλλάζει, απλά εξελίσσεται. Η αφήγηση της κάθε μιας παίρνει τη σκυτάλη απ' την προηγούμενη, δεν ακυρώνει δηλαδή όσα έχουν προηγηθεί. Η μία πατάει πάνω στην αντίληψη της άλλης για να προχωρήσει, το οποίο το θεωρώ πολύ σημαντικό γι' αυτόν που θα έρθει τελικά να δει την παράσταση. Νομίζω ότι έτσι κάπως πρέπει να λειτουργούν οι ομάδες, πρέπει να «μιλούν» μια κοινή γλώσσα, ώστε να μπορούν να προχωρήσουν πιο γρήγορα βαθύτερα.

- Τι αισθάνεστε ότι συμβολίζει ο Αγαμέμνονας;

Έχουμε να κάνουμε με έναν ήρωα, με έναν άνθρωπο ο οποίος οδήγησε την Ελλάδα σε έναν πόλεμο στον οποίο τελικά νίκησε. Στη δική μας παράσταση, εστιάζουμε στο κόστος της νίκης και στο κόστος του να είσαι ήρωας. Στην περίπτωσή μας, το σημαντικότερο κόστος είναι η θυσία της Ιφιγένειας, της κόρης του Αγαμέμνονα, όπου για εμάς αυτό είναι το αρχικό και σχεδόν το κεντρικό συμβάν της ιστορίας μας. Αυτή η τραγική στιγμή, διατηρείται όλα αυτά τα χρόνια από την μητέρα της Ιφιγένειας. Η Κλυταιμνήστρα έχει μείνει σ' αυτό το γεγονός, σ' αυτή τη θυσία, που ζήτησαν από τον Αγαμέμνονα οι θεοί. Αυτή είναι η ζωοδόχος πηγή της, γι' αυτό και περιμένει να επιστρέψει ο Αγαμέμνονας για να κλείσει ένα κεφάλαιο, το οποίο δεν μπορεί να κλείσει με κανέναν άλλο τρόπο.

-Εσείς πως δικαιολογείτε τον ήρωά σας προκειμένου να τον υπερασπιστείτε σκηνικά;

Δεν ξέρω αν στην πραγματικότητα υπήρχε άλλη επιλογή. Αυτό βέβαια καθόλου δεν αλαφρώνει την ψυχή του ήρωα, γιατί το να μην έχεις άλλη επιλογή στην πραγματικότητα είναι και αυτό μια κατασκευή του μυαλού. Μπορούμε να φανταστούμε μια συνθήκη, όπου οι θεοί από την μία απαιτούν αυτή τη θυσία και από την άλλη μεριά η σχέση σου με το πλάσμα απαιτεί να μην το κάνεις. Πρέπει να μπούμε σε αυτήν την κατάσταση και να καταλάβουμε τι μπορεί να σημαίνει αυτό για έναν ήρωα. Και αυτή είναι και η δουλειά του θεάτρου, να μας κάνει να φανταστούμε την ακρότητα μιας κατάστασης, έτσι ώστε o θεατής να πάρει το μάθημα αυτής της εμπειρίας χωρίς να χρειαστεί να υποστεί τις συνέπειες. Ο Αγαμέμνονας είναι μια τραγική περίπτωση, ενός ηττημένου νικητή. Επιστρέφει πίσω φέρνοντας δώρα από τη λεηλασία της Τροίας που ακόμα μυρίζουν αίμα παιδιών, γυναικών και της θυσίας του παιδιού του η οποία σηματοδοτεί και την αρχή όλων των εξελίξεων.

-Πού θεωρείτε ότι η «Ορέστεια» αγγίζει τη σημερινή εποχή;

Βρισκόμαστε σε μια στιγμή συνολικά που μας είναι σχεδόν αδύνατο να φανταστούμε ένα δίκαιο κόσμο. Θεωρώ ότι το έργο αγγίζει ακριβώς αυτό το θέμα σε σχέση με την ευθύνη που έχουμε απέναντι σε αυτό που θέλουμε να είναι και να συμβεί ως δίκαιο. Οι ήρωες και οι πράξεις τους είναι παραβολές, είναι τα παραμύθια που μας διδάσκουν, αλλά αυτό που συνολικά φέρνει το έργο, έχει να κάνει με την ευθύνη που έχουμε απέναντι στο δίκαιο που ζητάμε. Αν θεωρούμε δηλαδή ότι υπάρχει μια μόνιμη αδικία, δεν πρέπει να πιστεύουμε ότι η διόρθωσή της αφορά μόνο κάποιους άλλους, κάποιους τρίτους που πρέπει να το αναλάβουν και να το φέρουν εις πέρας. Έχουμε μια δημοκρατία- και γελάω με όποιους λένε ότι είναι ψευδής και με όσους ζητάνε κάτι άλλο, παρόλο που είναι επικίνδυνοι- την οποία πρέπει να την εκμεταλλευτούμε για να φέρουμε το δίκαιο και την αίσθηση της δικαιοσύνης που θέλουμε.

-Ποια είναι η σχέση σας με το αρχαίο δράμα;

Λατρεύω το αρχαίο δράμα. Πέρασα πολλά χρόνια της νεότερης ζωής μου μη καταλαβαίνοντάς το και θεωρώντας ότι είναι ένα μουσειακό είδος, ότι δεν έχουμε ελπίδα, ότι πρέπει να σταματήσουμε και να κλείσουμε την Επίδαυρο και να ασχολούμαστε μόνο με σύγχρονα κείμενα, με πράγματα που αφορούν το τώρα.. Κάτι τέτοιες ακρότητες σκεφτόμουνα.. Ήμουν προφανώς άσχετος και αδιάβαστος. Χρειάστηκε να ξεκινήσουμε με τον Θωμά Μοσχόπουλο το 2007 μια εργασία πάνω στο αρχαίο δράμα, ξεκινώντας από μια παράσταση που κάναμε στο Μέγαρο, την «Ηλέκτρα» του Ούγκο φον Χόφμανσταλ, για να συνεχίσουμε αργότερα την ίδια δουλειά με τις «Βάκχες» και την επόμενη χρονιά να φτάσουμε μέχρι την «Άλκηστη». Το εργαστήριο κράτησε τρία χρόνια και για μένα ήταν πραγματικά αποκαλυπτικό. Μου άνοιξε έναν δρόμο για μια δραματουργία την οποία δεν ήξερα. Θεωρώ ότι δεν υπάρχει κάτι που δεν έχει ειπωθεί μέσα στον κόσμο του αρχαίου δράματος. Έχει ανοίξει ένα κομμάτι δια βίου ενασχόλησης για μένα από τη στιγμή που καταπιάστηκα με αυτό.

-Θεωρείτε ότι χρειάζεται αναθεώρηση ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε το ρεπερτόριο των αρχαίων θεάτρων;

Τα θέατρα από μόνα τους δεν έχουν ρεπερτόριο. Οι άνθρωποι, οι καλλιτέχνες και η κοινωνία τα φτιάχνουν. Το να λέμε «απαγορεύεται εδώ να παίζεται αυτό», θεωρώ ότι είναι από τα πιο στενόμυαλα πράγματα που μόνο ένας άνθρωπος που δεν έχει σχέση με την τέχνη θα μπορούσε να το πει. Το σίγουρο βέβαια είναι ότι όταν εκθέτεις κάτι σε 12.000 κόσμο, το διακύβευμα είναι πολύ μεγαλύτερο απ' ότι όταν το εκθέτεις σε είκοσι άτομα. Αυτός που το κάνει πρέπει να έχει συναίσθηση, ότι η δουλειά του εκτίθεται σε μια πόλη ολόκληρη, δεν εκτίθεται σε δέκα φίλους του.

-Η κίνηση του Εθνικού Θεάτρου να καλέσει τρεις σκηνοθέτιδες να παρουσιάσουν σε μια ενιαία παράσταση την «Ορέστεια», πιστεύετε ότι θα έπρεπε να γίνεται σε μεγαλύτερη κλίμακα και να αποτελεί παράδειγμα και γι' άλλους θεσμούς;

Η συσπείρωση των δυνάμεων και το κομμάτι της συνεργασίας και των συνεργειών είναι κάτι τρομακτικά σημαντικό και υπάρχει αυτή η απαίτηση. Απ' την άλλη, δεν υπάρχει η αντίστοιχη βιομηχανία για να στηρίξει τέτοιες προσπάθειες κυρίως από πλευράς παραγωγής. Αυτή τη στιγμή μπορεί να συμβεί μόνο στο πλαίσιο μεγάλων οργανισμών, όπως είναι το Εθνικό Θέατρο, ενώ παλαιότερα μπορούσε να συμβεί και σε μικρότερους οργανισμούς γιατί υπήρχε μια σοβαρότερη επιχορήγηση. Στο Θέατρο Αμόρε δεν έπαιρνε επιχορήγηση μόνο ένα έργο, έπαιρνε ένας συνολικός προγραμματισμός 2-3 χρόνων. Εκεί συσπειρώνονταν σκηνοθέτες και ηθοποιοί για να συμβεί αυτό που έπρεπε να συμβεί. Τώρα κάνει ο καθένας μια αίτηση μόνος του, προκειμένου κάτι να βρει, κάτι να κάνει με τους φίλους του αναγκαστικά, γιατί είναι οι μόνοι που θα δεχτούν τις συνθήκες εργασίας που μπορεί να προσφέρει. Εγώ σε ποιον ξένο θα πάω να του πω «έλα να συνεργαστούμε για 500 ευρώ;». Το Εθνικό Θέατρο- και αξίζει να ειπωθεί αυτό- ειδικά στην αρχαία τραγωδία έχει υπάρξει ιδιαίτερα τολμηρό, δίνοντας πρόσβαση σε νέους σκηνοθέτες οι οποίοι έχουν παρουσιάσει τα τελευταία χρόνια από τις πιο ενδιαφέρουσες αναγνώσεις πάνω στο αρχαίο δράμα.

-Είστε αισιόδοξος για το μέλλον του ελληνικού θεάτρου;

Επειδή διδάσκω στο Ωδείο Αθηνών, αυτό που βλέπω είναι η ποιότητα των ανθρώπων που αποφασίζουν να ασχοληθούν με την υποκριτική και μπαίνουν σε αυτή τη διαδικασία. Είναι άνθρωποι με βάθος, με παράλληλες σπουδές, που γνωρίζουν το κόστος της επιλογής του να γίνουν ηθοποιοί. Ξέρουν δηλαδή τι τους περιμένει, δεν πάνε όπως εμείς «α, καλά, υπάρχουν δουλειές και όλα θα γίνουν, κτλ». Και εξαιτίας αυτών των νέων ανθρώπων που συναντάω στη σχολή είμαι αισιόδοξος για το ελληνικό θέατρο.

Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ

Σχετικά Videos

Powered by TUODY Software