Τα καρακόλια, η Φαραντούρη και το στοιχείο αναγκαστικότητας

Τα καρακόλια, η Φαραντούρη και το στοιχείο αναγκαστικότητας

46η επέτειος μνήμης της εξέγερσης των Ηρώων του Πολυτεχνείου. Την βία και την καταστολή όμως εκείνης της σκοτεινής εποχής δεν την έζησαν μόνο όσοι συμμετείχαν στα γεγονότα αλλά και απλοί καθημερινοί άνθρωποι που γεύτηκαν τα χάδια της χούντας των συνταγματαρχών

Να πω την αλήθεια, βασανίστηκα πολύ τις τελευταίες ημέρες για να γράψω κάτι σχετικό για τη σημερινή 46η επέτειο του Πολυτεχνείου.
Βλέπετε με κλόνισε πολύ τις προηγούμενες μέρες η… γλυκιά  φράση ενός υπουργού ότι "το ξύλο είναι στοιχείο αναγκαστικότητας". Κι ακόμα περισσότερο με κλόνισε η ανοχή ή η αδιαφορία με την οποία ένα σημαντικό μέρος της ελληνικής κοινωνίας ενδίδει σε αυτή την ομίχλη καταστολής που επιβάλλεται διά πάσαν νόσον.
Αποφάσισα λοιπόν να σας αφηγηθώ μία ιστορία κάποιου που δεν ήταν ήρωας φοιτητής ή οικοδόμος στο Πολυτεχνείο αλλά ένας νέος, αγράμματος σχεδόν, βιοπαλαιστής εκείνης της εποχής. 

Ήταν Νοέμβρης του 1973, τι μέρα δεν θυμάται, όταν οδηγώντας ένα μαύρο Opel Rekord μοντέλο 1961 με αριθμό πινακίδας 100180, το χωριατόπαιδο της ιστορίας μας, εσωτερικός μετανάστης από την Πελοπόννησο στην Αθήνα, έφευγε από τη δουλειά του στην οδό Αλκιβιάδου στα Πατήσια για τον Κολωνό. Έμενε σε ένα μικρό διαμερισματάκι μαζί με πολλούς συγγενείς από το χωριό.
Θα πλατειάσω, αλλά αξίζει σε αυτό το σημείο να σας πω ότι στη γειτονιά του, κάποιοι που τα παιδιά τους ή τα εγγόνια τους σήμερα οργανώνουν μπάρμπεκιου με χοιρινό, έγραφαν με μαύρη μπογιά στους τοίχους "βλάχοι στα χωριά σας, καβάλα στ’ άλογα σας". Αλλά το παλικαράκι της ιστορίας μας είχε σκληρύνει και δεν ένιωθε πια.
Δούλευε ήδη από 8 χρονών στη μουντζούρα, ναι από 8, κι είχε φτάσει 26 με χέρια μαύρα και σκασμένα από τη δουλειά.
Ήταν μεγάλος πια, με κοκοράκι στο μαλλί, λεφτά σχετικά καλά στην τσέπη από τη δουλειά, και χόμπι να πηγαίνει κάθε δεύτερη Κυριακή στη θύρα 5 στο Καραϊσκάκη να βλέπει Βιέρα και Λοσάντα. Ήταν δηλαδή απολιτίκ που θα λέγαν και κάποιοι αριστεροί σήμερα.
Μόνη "πολιτική" του εμπειρία, η γεμάτη καψόνια θητεία του στο στρατό όπου ένα βράδυ προς το τέλος, πριν πάρει το απολυτήριο κατάλαβε τι συνέβαινε. Όταν μεθώντας έναν λοχία εκείνος του έδειξε τον φάκελο του που έγραφε πώς "ρέπει εις τον κομμουνισμόν". Βλέπετε  στη γειτονιά του είχε ένα φίλο από τη νεολαία Λαμπράκη αλλά κι ένα γείτονα χωροφύλακα, που τους είχε καρφώσει και τους δύο γεμίζοντας τον φάκελο τους… γλυκά (πάντα).

Στο Opel Rekord του ήρωα μας έπαιζε εκείνο το μεσημέρι μία eight track catridge (από εκείνες τις τεράστιες πλαστικές κασέτες που τις θυμάσαι μόνο αν είσαι πάνω από 45 ετών σήμερα), με τη φωνή της Μαρίας Φαραντούρη σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. 
Το βλαχάκι μας βλέπετε είχε για αφεντικό στο συνεργείο ένα πανύψηλο μάστορα με λευκά μαλλιά και κόκκινο πρόσωπο τον Κώστα Ματζούνη, κομμουνιστή με αγώνες και εξορίες που έδινε καμιά φορά στον πιτσιρικά να ακούσει και κάτι "της προκοπής" όπως του ‘λεγε.
Στο ύψος της πλατείας Καραϊσκάκη, ένα μπλόκο της Τροχαίας Αθηνών έκανε νόημα στο μαύρο Opel να κάνει δεξιά. Ο νεαρός οδηγός σταμάτησε ανύποπτος με αναμμένη τη μηχανή, χαμήλωσε το κασετόφωνο που έπαιζε τη χαρούμενη "Μυρτιά" του Μίκη, κι άνετος και νομοταγής άνοιξε το ντουλαπάκι να βγάλει τα χαρτιά που έπρεπε να επιδείξει. Αλλά φευ!
Την ώρα που χαμογελούσε μια μυρτιά, κατά το Νίκο Γκάτσο, ο ενωμοτάρχης του μούγκρηξε:
-Γιατί ακούς Θεοδωράκη ρε κωλόπαιδο;
Ο μικρός κάτι πήγε να ψελλίσει, έκανε να κατέβει από το αυτοκίνητο για να εξηγήσει ότι καλά καλά δεν ήξερε τι άκουγε, όταν άρχισε το ξύλο, ως στοιχείο αναγκαστικότητας. Γλυκά τις έτρωγε από τα δύο καρακόλια με τη "Μυρτιά" να συνοδεύει τις βρισιές τους που σήμερα, κοίτα να δεις, τις διαβάζεις στο twitter ως θέσεις των πολιτικών τους επιγόνων.
Στη συνέχεια τον πέταξαν στην θέση του οδηγού και τον ξεπροβόδισαν με ύφος διαπαιδαγωγικό.

Λίγες μέρες μετά το τανκ συνέτριβε την πύλη του Πολυτεχνείου.
Ο ήρωας της ιστορίας μας συνέχισε στη μουντζούρα, έκανε φαμίλια και παιδιά. Ήρωας της ζωής, όχι του Πολυτεχνείου αλλά κάθε χρόνο από το 81 και μετά που καταλάβαινα κι εγώ, με έπαιρνε απ’ το χέρι και με δυο γαρύφαλλα προσκυνούσαμε στη μνήμη των νεκρών, αφήνοντάς τα στο άγαλμα του Σβορώνου. 
Αυτός ο άνθρωπος είναι ο πατέρας μου.

Εκείνη την κασέτα την έχει πάντα για να θυμάται τα "καρακόλια" και να μην ξεχνά την αναγκαστικότητα που βαφτίζεται κανονικότητα.

Γ.Κ

 

Powered by TUODY Software